«Ω, κάπταιν, χτύπησε το πρώτο κουδούνι»

Χτυπώντας το πρώτο κουδούνι στις αυλές των σχολείων, κάθε φορά κάτι μοιάζει να αρχίζει, με την ατμόσφαιρα πάντα να αλλάζει, να μαλακώνει.  Με τα πρόσωπα των μεγάλων ενηλίκων να λειαίνουν και να χαμογελούν αφημένα, έστω για λίγο, στις εικόνες των δρόμων που πλημμυρίζουν από τα φωτεινά πρόσωπα των μικρών ενηλίκων, γιατί ποιος στις μέρες μας μπορεί να αναφερθεί στην παιδικότητα με την γνωστή-κλασσική κι αναγνωρίσιμη έννοια του όρου.

Ναι, τα παιδιά γεννιούνται ώριμα πια. Λες κι έρχονται  σε τούτο τον κόσμο αποφασισμένα να μας θυμίσουν όλα όσα εμείς οι «σοφοί» και πεπειραμένοι ενήλικες ξεχάσαμε, για την ακρίβεια χάσαμε, μεγαλώνοντας.

Τα σημερινά παιδιά καλούνται να ζήσουν σε ένα κόσμο θλιβερό και γερασμένο. Που τα ξέρει όλα, τα είδε όλα και είναι πεπεισμένος ότι τίποτα δεν αλλάζει. Που πιέζει εμμονικά  στην αλλαγή των άλλων και αποφεύγει στρουθοκαμιλίζοντας την θεμελιώδη  αλλαγή που δεν είναι άλλη από την προσωπική, ως η μόνη ουσιαστικά αποτελεσματική. Ένας ανήμπορος γέρος,  ο κόσμος των ημερών μας, στριφνός και κακότροπος, κουνάει το δάχτυλο σε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό σου,  αποδεικνύοντας ότι απολογιστικά τίποτα δεν έμαθε παρότι φέρει τόση διαπιστευμένη μόρφωση. Αν και οι τεχνολογικοί και άλλοι θρίαμβοί του περισσεύουν,  αν και πειραματίζεται επιτυχώς στη μακροζωία, ταυτόχρονα απομακρύνεται από τον σκοπό της ευζωίας.

Εγκαταλείποντας κι ενίοτε κακοποιώντας τον παιδικό του εαυτό, ο σύγχρονος άνθρωπος, μεγαλώνει τα παιδιά του σε ένα περιβάλλον τόσο καταθλιπτικό όσο κι αντιφατικό, εξισώνοντας την παιδικότητα – στο πέρασμα του χρόνου –  με την αφέλεια ή την άρνηση ανάληψης ευθυνών, κι έτσι ανυποψίαστα βάλλει εναντίον του εαυτού του. Απομακρύνοντας την αυτοπραγμάτωσή του από την πηγή της έμπνευσης, του αυθορμητισμού, της ανακάλυψης του «ασήμαντου», της συλλογικότητας, της διαθεσιμότητας στο ωφέλιμο και το καινούργιο, ξεχνά  τα αιτήματα της δικής του παιδικής ηλικίας και  εγκλωβίζει τα παιδιά του στις ενήλικες πεποιθήσεις κι αμηχανίες του, χωρίς να αφουγκράζεται τις πραγματικές τους ανάγκες. Χωρίς να αντιλαμβάνεται την ευκαιρία διάσωσης που του προσφέρουν αφειδώς τα ίδια τα παιδιά μέσα από την αφύπνιση του παιδικού του εαυτού που δεν είναι άλλος από τον αμιγή άνθρωπο.

Σαν κακός αιωνόβιος μαθητής, αυτός ο γερασμένος κόσμος,  αποφεύγει να εναρμονίσει τις συνιστώσες ύλης – πνευματικής εξέλιξης, αναπαράγοντας ένα δυσλειτουργικό μοντέλο που μονίμως αυταναφλέγεται και ταυτόχρονα ωθεί τα παιδιά του σε ανάλογες μονομέρειες, πεπαλαιωμένες ή εκσυγχρονισμένες,   πείθοντάς τα ότι με την ίδια τακτική θα εξασφαλίσουν ένα καλύτερο κόσμο.

Όμως, κάθε φορά που το πρώτο κουδούνι χτυπάει, κάτι μοιάζει να αρχίζει και πάντα αρχίζει. Γιατί μια μερίδα φωτισμένων γονιών και δασκάλων, που ευτυχώς πάντα υπάρχει, αναγνωρίζει στο παιδί το πνευματικό έμβρυο της ανθρωπότητας– την υπεροχή του -έναντι του ενήλικα- να χτίσει τον Άνθρωπο όπως τόσο ουσιαστικά επισημαίνει η Μαρία Μοντεσσόρι. Κι αυτή η μερίδα, όσο μικρή κι αν είναι, πάντα θα βγάζει τον γερασμένο κόσμο από την λήθη του, θυμίζοντάς του πως στον πυρήνα του υπάρχει ένα παιδί έτοιμο να του προσφέρει τη μεγάλη ευκαιρία της αναγέννησής του .

 

*Η Χριστίνα Κόλλια είναι συγγραφέας, ποιήτρια, εμψυχώτρια εργαστηρίων δημιουργικής γραφής

Σχολιάστε

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>