Οδυσσέας Ελύτης

 Άρθρο της Χριστίνας Κόλλια για τον Οδυσσέα Ελύτη.

Ο ποιητής του Αιγαίου και υμνητής των αποχρώσεων της ψυχής, Οδυσσέας  Ελύτης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη) γεννήθηκε 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το έκτο και τελευταίο παιδί του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Παρότι οι γονείς του κατάγονταν από τη Λέσβο, είχαν εγκατασταθεί από το 1895 στο Ηράκλειο, λόγω του εργοστασίου σαπωνοποιίας/πυρηνελαιουργίας που είχε ιδρύσει ο πατέρας του σε συνεργασία με τον αδελφό του. Το 1914, οι επιχειρήσεις και η οικογένεια Αλεπουδέλλη μεταφέρονται στον Πειραιά και την Αθήνα. Τον Νοέμβριο του 1920, μετά την πτώση του Βενιζέλου, ο πατέρας του διώκεται λόγω των βενιζελικών ιδεών και των προσωπικών σχέσεών του με τον Βενιζέλο, με αποτέλεσμα για ένα διάστημα να καταφύγει με την οικογένειά του στην Ευρώπη.

elytis_family

Με την επάνοδο στην Ελλάδα, ο λάτρης των εξωσχολικών αναγνωσμάτων, Οδυσσέας, εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα, το 1924, ως μαθητής Γυμνασίου, δημοσιεύοντας με ψευδώνυμο τις πρώτες ποιητικές του απόπειρες στο περιοδικό «Διάπλασις των παίδων».

Το 1928, προετοιμάζεται να σπουδάσει ως χημικός μετά από πιέσεις της οικογένειάς του. Το ίδιο διάστημα έρχεται σε επαφή με το έργο του Καβάφη, του Κάλβου και των Γάλλων Υπερρεαλιστών.

Το 1930, παραιτείται από τις σπουδές της Χημείας κι εγγράφεται στη Νομική Σχολή. Σ’ αυτή την περίοδο συνδέεται με τον Γιώργο Σαραντάρη, ο οποίος τον ενθαρρύνει να συνεχίσει τη γραφή.

Χρονιά σταθμός είναι αυτή του 1935, όπου και γνωρίζει τον Ανδρέα Εμπειρίκο, σουρεαλιστή ποιητή και ψυχαναλυτή. Ο Εμπειρίκος γράφει για τον Ελύτη: «… ο μεγάλης αντοχής αθλητής της φαντασίας, με γήπεδο την οικουμένη ολόκληρη και διασκελισμό τον Έρωτα. Το έργο του, κάθε του καινούργιο έργο, ζωσμένο από ένα μικρό ουράνιο τόξο, είναι μια υπόσχεση προς την ανθρωπότητα, μια δωρεά που αν δεν την κρατούν ακόμα όλοι στα χέρια τους είναι αποκλειστικά και μόνον από δική τους αναξιότητα».

Η φιλία τους θα διατηρηθεί μέχρι τον θάνατο του Εμπειρίκου. Μοιράζονται αρκετό χρόνο μαζί, γράφοντας ποιήματα και ανταλλάσσοντας απόψεις για τα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής. Ο Ελύτης, αν και γοητευμένος από το σουρεαλιστικό κίνημα, επέλεξε στοιχεία του σουρεαλισμού τα οποία προσάρμοσε στο έργο του δίχως όμως να τον ασπασθεί πλήρως.

Το 1935,  δημοσιεύει ποιήματα στα Ελληνικά Γράμματα.  Οι αναγνώστες ξαφνιάζονται με το ύφος γραφής του νέου ποιητή, που τους αποκαλύπτει νέες διαστάσεις της ζωής συνδεδεμένες με την λυρική εξύψωση του ελληνικού τόπου και τοπίου.

Η καλλιτεχνική του φύση εκδηλώνει μια ακόμα πτυχή της όταν το 1936 στην «Α΄Διεθνή Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών» παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τέχνη του κολάζ.

Το 1939, μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές της Νομικής, ενώ εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί».

Το 1940, βρίσκεται στο αλβανικό μέτωπο ως ανθυπολοχαγός και τον επόμενο χρόνο νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Ιωαννίνων με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου.

« Μ’ ένα τίποτα έζησα.

Ώσπου τέλος ένιωσα κι ας πα’ να μ’ έλεγα τρελό πως από’ να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος »

«ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ»

Στη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά». Το 1943 εκδίδεται η ποιητική του συλλογή «Ήλιος ο Πρώτος» μαζί με τις «Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα». Έργα που συνιστούν μια ηχηρή πνευματική αντίσταση, απογειώνοντας την αέναη μαγεία της ζωής και της φύσης, σε μια περίοδο όπου η κτηνωδία του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και ο φόβος του θανάτου κυριαρχούν τόσο στην Ελλάδα όσο και στη διεθνή κοινότητα, συνθλίβοντας στο πέρασμά τους κάθε ελπίδα για το μέλλον της ανθρωπότητας.

«Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη

Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή

Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος

Ό, τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα

Ό, τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα»

«ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ»

Το 1945, συνεργάζεται με το λογοτεχνικό περιοδικό «Τετράδιο» δημοσιεύοντας μεταφράσεις από ποιήματα του Λόρκα καθώς και το πασίγνωστο έργο του «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».

Μετά από σύσταση του Γιώργου Σεφέρη, διορίζεται για μικρό διάστημα, ως διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας κατά την περίοδο 1945-1946.

«…Ήταν γενναίο παιδί

Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδητο

Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας

Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας

Δεν έκλαψαν

Γιατί να κλάψουν

Ήταν γενναίο παιδί…»

«ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ»

elytis-stratiotis

Από το 1948 έως το 1952 θα εγκατασταθεί στην Γαλλία. Παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόνη, γνωρίζει γάλλους ποιητές, διανοούμενους και ζωγράφους, όπως ο Αντρέ Μπρετόν, ο Πωλ Ελυάρ, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Πικάσο και ο Ματίς. Σ’ αυτή τη χρονική περίοδο θα έρθει σε επαφή με τους υπαρξιακούς προβληματισμούς και τα αισθητικά κινήματα της εποχής κι ενώ γράφει συνεχώς αποφεύγει τις δημοσιεύσεις, επειδή θεωρεί ανεπαρκή τα έργα του. Φεύγοντας από την Γαλλία σχίζει όσα έχει γράψει, μεταξύ των οποίων και κάποια προσχέδια από το «Άξιον Εστί».

Το 1952, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, θα γίνει μέλος της Λογοτεχνικής «Ομάδας των Δώδεκα». Το 1953 γίνεται μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν και της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Πολιτισμού της Βενετίας. Το 1960, μετά από μακρόχρονη περίοδο εκδοτικής σιωπής, θα κυκλοφορήσει το έργο του «Άξιον Εστί» από τις εκδόσεις Ίκαρος, το οποίο τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης.

elytis

«Πάντα πάντα να περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη»

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»

Το 1961, συνεργάζεται με τον Μίκη Θεοδωράκη για την ηχογράφηση του μελοποιημένου «Άξιον Εστί» η οποία ολοκληρώθηκε το 1964 και είχε προγραμματιστεί να παρουσιαστεί στο Ηρώδειο. Μετά την άρνηση του Υπουργείο Προεδρίας για την παραχώρηση του θεάτρου, το έργο αποσύρθηκε και παρουσιάστηκε στις 19 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς στο θέατρο Rex.

«… Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου…»

Συνέντευξη στο περιοδικό «Η λέξη»

%ce%b5%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b7%cf%824

Κατά την διάρκεια της δικτατορίας απέχει από κάθε δημοσιότητα και αφιερώνεται στα κολάζ, ενώ αρνείται προσκλήσεις για την απαγγελία ποιημάτων του. Το 1969 εγκαθίσταται ξανά στο Παρίσι και το 1971 επιστρέφοντας στην Ελλάδα, αρνείται να παραλάβει το «Βραβείο Μεγάλης Λογοτεχνίας» που είχε θεσπίσει η δικτατορία. Το 1977, αρνείται επίσης, την τιμητική αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.

«…Ανέκαθεν, έτσι, από μειωμένη αντίληψη γράφεται η Ιστορία. Ειλικρινά θα προτιμούσα να’ ναι από κακοπιστία. Και όμως είναι από μειωμένη αντίληψη. Να τι με δυσκόλεψε περισσότερο κι από τους πολέμους κι από τις δικτατορίες κι από τους διωγμούς στη ζωή μου: η μειωμένη αντίληψη. Που, ευτυχώς, αντί να εξουδετερώνει το πνεύμα μου, το γιγάντωνε…»

«Η Υπέρβαση και η Γεωμέτρηση»

Το 1979 του απονέμεται το βραβείο Νόμπελ, με το εξής σκεπτικό εκ μέρους της επιτροπής: «…για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία…»

968740_10426194

Το 1980, καταθέτει το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του Βραβείου Νόμπελ στο Μουσείο Μπενάκη. Στη συνέχεια αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Σορβόνης και το Πανεπιστήμιο Rutgers, του Νιου Τζέρσεϊ, τον τιμά ιδρύοντας τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών με τον τίτλο «Έδρα Ελύτη».

Μιλώντας για τις συνέπειες του Βραβείου Νόμπελ στο λογοτεχνικό περιοδικό «Η λέξη» θα πει:

«Δύο ειδών μπορεί να είναι οι συνέπειες: ψυχολογικές και πρακτικές. Από τις πρώτες, ευτυχώς, ούτε μία δεν σημειώθηκε στην περίπτωση τη δική μου. Θέλω να πω ότι στην πνευματική μου υπόσταση, το γεγονός αυτό δεν εβάρυνε καθόλου. Θα ήταν ανόητο να νιώσω ότι έγινα ξαφνικά σπουδαίος ή ότι έπρεπε ν’ αλλάξει ο τρόπος που ζω ή αντιμετωπίζω τα πράγματα. Πολύ περισσότερο να προσπαθήσω να προσαρμόσω την τέχνη μου στις απαιτήσεις ενός κοινού που από ελληνικό γινότανε διεθνές…» 

Ο Οδυσσέας Ελύτης υπήρξε ένας αφοσιωμένος μύστης του πνεύματος. Δεξιοτέχνης ενορχηστρωτής του ποιητικού λόγου, παρατηρητής και αποκρυπτογράφος της ανθρώπινης παραδοξότητας, που συνήθως δρα αντιφατικά και φοβικά ακόμα και απέναντι στις ευγενέστερες θέσεις και τις προθέσεις της, μας προσκαλεί στην αφύπνιση. Στη συνειδητοποίηση και αποδοχή της ομορφιάς που κατοικεί τόσο εντός όσο και γύρω μας, ως τη μόνη που μπορεί να σώσει τον κόσμο, όπως επεσήμανε και ο Ντοστογιέφσκι. Μας υποκινεί σε μια απόφαση ελευθερίας που, όπως κάθε απόφαση, βρίσκεται πάντα στο τώρα, πάντα στη στιγμή: «την απειροελάχιστη στιγμή όπου γευτήκαμε το κάλλος και την ενσωματώσαμε για πάντα μες στην δική μας αιωνιότητα» υπογραμμίζει ο ποιητής του Αιγαίου, ταξιδεύοντας στη δική του αιωνιότητα τον Μάρτιο του 1996.

«Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα θα πάω να βρω ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο. Χρυσέ της ζωής αέρα»

«ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *