7637a903ccac8434097d170c4a38c8cc

Η φύση στο έργο του Λόρδου Βύρωνα

Με αφορμή τα 200 χρόνια από την Ελληνική επανάσταση – Βύρων

Του Γιάννη Σχίζα

«Η Τέχνη, η Ελευθερία, η Δόξα σβήσανε

μα η φύση είναι πάντα ωραία»

«Το προσκύνημα του Τσάϊλντ Χάρολντ»,

δεύτερο άσμα, στροφή 87

   Ο Τζωρτζ Γκόρντον, Λόρδος Βύρων, έζησε τη μικρή αλλά περιεκτική ζωή των 36 χρόνων (1788-1824) μέσα στα πλαίσια μιας εποχής που φιλοξένησε πολιτικές,οικονομικές και κοινωνικές ανατροπές .Έζησε μια περίοδο  «επιτάχυνσης της ιστορίας», με ιδεολογικά άλματα αλλά και πισωγυρίσματα, με κύριο χαρακτηριστικό την αμφισβήτηση της «φεουδαρχικής τάξης πραγμάτων» και την ανάδυση ενός νέου Δημοκρατικού Ανθρωπισμού.
Η ανήσυχη φύση του τον ώθησε στην υπεράσπιση οικουμενικών πολιτιστικών αξιών – όπως έδειξε η  πολεμική του  κατά του Έλγιν για την υπόθεση των γλυπτών του Παρθενώνα. Στο ποίημά του «Η κατάρα της Αθηνάς» θα υπερασπίσει την «φυσική χωροθέτηση» των μαρμάρων του Παρθενώνα στον γενέθλιο χώρο τους και θα καταγγείλει με συγκλονιστική λιτότητα τον Σκωτσέζο Λόρδο που αφαίρεσε «ό,τι Γότθος, Τούρκος, Χρόνος είχε αφήσει»… ..

     Η δημιουργική πορεία του Βύρωνα εντάσσεται στο μεγάλο ρεύμα του Αγγλικού Ρομαντισμού, του οποίου  αφετηριακή πράξη θεωρείται η δημοσίευση των Lyrical Ballads (1798) από τους Wordsworth και Coleridge.
Ο Ρομαντισμός, λογοτεχνική σχολή και όχι μόνο, θα αναδυθεί μέσα στις συνθήκες της βιομηχανικής επανάστασης, με την ρευστότητα των καταστάσεων και την κινητικότητα των ιδεών, με την έντονη αλλαγή των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων. Στη νέα κατάσταση η έκπτωση της γραφικότητας προς όφελος στυγνών παραγωγικών εγκαταστάσεων μέσα σε  δύσμορφες και ανθυγιεινές  περιοχές, η εμφάνιση ακραίων μορφών πλουτισμού αλλά και φτώχειας, διαμορφώνουν νέες αντιπαλότητες. Η παραδοσιακή κοινωνία με τις παγιωμένες μορφές χώρων και  τοπίων, θα υποστεί δραματική αλλαγή. Δημιουργούνται σημαντικές «οπισθέλκουσες» δυνάμεις, γενικώς «φευγάτες» από την παρούσα κατάσταση, που όμως δεν είναι «οπισθοδρομικές» με το συνηθισμένο νόημα, που δεν συμπλέουν  με τη  φεουδαρχία.

Οι εργαζόμενοι των αρχών του 19ου αιώνα  δεν διαθέτουν ψήφο, δεν έχουν δικαίωμα να συνδικαλίζονται, δεν είναι  φιλικοί με τα νέα μηχανικά συστήματα. Γι αυτό και συχνά εκφράζουν την αντίθεσή τους καταστρέφοντας τις μηχανές που τους εκτοπίζουν από τη παραγωγή ή που κάνουν δύσκολη τη διαπραγματευτική τους θέση έναντι της εργοδοσίας.  Ο Βύρων θα ξεσπαθώσει από το βήμα της Βουλής των Λόρδων (Φεβρουάριος 1812) εναντίον νομοσχεδίου που πρόβλεπε την ποινή του θανάτου κατά των «Λουδιτών» εργατών – γνωστών για τη δράση τους εναντίον των μηχανών.  «Ονομάστε, αν θέλετε, τους ανθρώπους αυτούς όχλο, αλλά μην ξεχνάτε, ότι ένας όχλος εκφράζει πολύ συχνά τα αισθήματα του λαού», θα πει στους Άγγλους αριστοκράτες, που «βολεύονταν» με την επιβολή εξωφρενικών ποινών παρά πάσα έννοια δικαίου. 

       Λίγο καιρό πριν στην Ελλάδα, η ευαίσθητη φύση του τον οδηγούσε σε  μια τολμηρή πρωτοβουλία για τη σωτηρία  κάποιας μοιχαλίδας Τουρκάλας, που μεταφερόταν από στρατιωτικό απόσπασμα στο Φάληρο για να υποστεί τη θανατική ποινή δια πνιγμού….(Σιμόπουλος).. Αυτή η βαθύτατη ανθρωπιά του νεαρού λόρδου δεν έπαυε να συνταιριάζει στη ψυχική του ταυτότητα και τα στοιχεία μιας άλλης αγάπης, όπως αυτής προς την φύση.. Και η  ποιητική ιδιοσυγκρασία του τον οδηγούσε σε μια  αισθητική ανάγνωση του φυσικού χώρου, μέσα σε συνθήκες όπου η βιομηχανική επανάσταση ανέτρεπε τη γραφικότητα της Βρετανικής υπαίθρου..

ΚΙΝΗΜΑΤΙΑΣ,  ΕΡΩΤΙΚΟΣ,  ΦΙΛΟΣ ΤΗΣ  ΦΥΣΗΣ….

     Ο Βύρων δόθηκε στα κινήματα  ως γόνος  μιας  περιόδου «μεταρουσσωϊκής», που είχε υποστεί τις επιδράσεις του  Γαλλικού Διαφωτισμού και ασπάζονταν τις ιδέες του Γάλλου φιλοσόφου για την ισότητα των ανθρώπων ως συνέπεια της ίδιας της φύσης τους.. Ταυτόχρονα έστεκε  σε απόσταση από την αυτοκρατορική Γαλλία των κατακτητικών πολέμων, από τον Ναπολέοντα που κατά τη γνώμη του μπορούσε αλλά τελικά δεν έγινε ένας Ευρωπαίος Ουάσιγκτον, ένας απελευθερωτής της εποχής ….

     Όμως οι νέες πολιτικές ιδεολογίες δεν απορροφούσαν ολοκληρωτικά την ενέργεια του νεαρού λόρδου.
Το στυλ του μονοδιάστατου «ακτιβιστή –διανοούμενου»  δεν του πήγαινε.  Ο πλούσιος και «πολυσχιδής» ερωτισμός  του, ιδιαίτερα έκδηλος όταν π.χ. έγραφε στον φίλο του Drury το 1810 ότι «πεθαίνει από έρωτα για τρία κορίτσια, τρεις αδελφές Ελληνίδες στην Αθήνα», σόκαρε τα κυρίαρχα ήθη… Ο Βύρων δεν θα αλλάξει χαρακτήρα ακόμη και μετά  τα πρώτα νεανικά του χρόνια. Μετά το μεγάλο του ταξίδι στις χώρες της Μεσογείου θα επιστρέψει στην Αγγλία  όπου επίσης  θα «καλοπεράσει» διαρκώς ερωτευόμενος και διαρκώς χωρίζοντας…Λίγα χρόνια αργότερα, στην Ιταλία όπου θα μεταβεί με τον ποιητή Σέλλεϋ  (1816) και θα συμμετάσχει στο κίνημα των Καρμπονάρων,  δεν θα παραλείψει να κάνει και ένα εξώγαμο παιδί…

      Όμως πέρα από αυτές τις  «επιδόσεις»,  ο ακτιβιστής και ερωτικός αριστοκράτης    «ανήκεν εις την φύση»- θα λέγαμε με καβαφικούς όρους.. Τη φύση που αποθεώνοταν από τους Ρομαντικούς στοχαστές ,  σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να παράγει    πρώϊμες «ζωοφιλικές» απόψεις και να εκθειάζει τα φυσικά δικαιώματα όλων των όντων. Οι Ρομαντικοί κάποτε πήγαιναν αντίθετα  και  στο κυρίαρχο, «ανθρωποσωβινιστικό»  ρεύμα της εποχής τους,  εμπνεόμενοι από  τις πλέον «ταπεινές» υπάρξεις  του κόσμου. : Παράδειγμα  οι Κόουλριντζ  που στιχουργούσε   για ένα απλό γαϊδουράκι ή  ο  Σκωτσέζος Μπερνς, που  αναφερόταν σε μια  ποντικίνα των αγρών (!) υπερασπίζοντας το  δικαίωμά της  να ζει και να απολαμβάνει ό,τι προσφέρει η φύση, σε αντίθεση με τον  άνθρωπο –διώκτη της,  που διατάρασσε  την αρμονία και οικονομία της φύσης.  Υπό την επίδραση του ίδιου, φυιοκρατικού πνεύματος, μερικά  χρόνια αργότερα  ο Βύρων  θα ξιφουλκήσει  ενάντια στους   διαχωρισμούς ανθρώπου από  άνθρωπο  υψώνοντας  στο ποίημα «Το νησί» τον εμβληματικό στίχο :  «η φύση ένα έθνος τέκνων της αναγνωρίζει»… Αυτή η «αντιεθνικιστική» δήλωση στοχεύει να υπογραμμίσει  την ενότητα που κρύβεται πίσω από τη διαφορετικότητα των ανθρώπων,   και όχι    να δημιουργήσει για τον νεαρό λόγιο   ένα «ιδεολογικό καταφύγιο»,  μια σχέση «ίσων αποστάσεων»  από τους αγώνες της εποχής του. Ο Βύρων δεν είναι ο διανοούμενος οπορτουνιστής,  που κρύβεται πίσω από «αβλαβείς» γενικότητες…

Η ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΙΑ ΩΣ ΕΜΒΑΘΥΝΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

          Η φύση έχει πολλές εκδοχές και όψεις, των οποίων η αναγνώριση και αξιολόγηση προϋποθέτει  φυσιολατρική παιδεία. Η ενασχόληση με τη φύση είναι μια διαρκής εμβάθυνση στη διαφορετικότητά της, μια διαρκής  διαμόρφωση  και δήλωση «προτιμήσεων». Αυτή  η βασική τάση διαποτίζει  το πνεύμα  του Βύρωνα, που παρατηρεί, συγκρίνει,αναγνωρίζει, επισημαίνει ιδιαιτερότητες και μοναδικότητες. Ο νεαρός λόρδος βιώνει τη  μεγάλη «πασαρέλα» των γήϊνων  τοπίων  και των μετεωρολογικών σκηνικών,επιβραβεύει και απορρίπτει. Σε ένα γράμμα προς τον Hodgson τον Ιανουάριο του 1811  θα εκφράσει  την ιδιαίτερη σχέση  του  με τη  μορφή  του αττικού χώρου, και από την οπτική γωνία του καταλύματός του, που βρίσκεται στο μοναστήρι των Καπουτσίνων, θα κάνει  μια λιτή  αλλά  έντονα ποιητική δήλωση:  «Μπροστά μου έχω τον Υμηττό, πίσω μου την Ακρόπολη, δεξιά μου το ναό του Δία, μπροστά το Στάδιο, αριστερά μου την πόλη. Έ, κύριε! Αυτό θα πει τοπίο, αυτό θα πει γραφικότητα!».
Στις σημειώσεις που κρατούσε για το ποίημα  «Τσάϊλντ Χάρολντ» θα δώσει μια ακόμη νότα προτίμησης: «Πέρα από τη μαγεία που ασκεί το όνομα, και όλους τους συνειρμούς που θα ήταν δασκαλίστικο και περιττό να απαριθμήσει κανείς, οι ίδιες οι συνθήκες στην Αθήνα  αρκούν για να την κάνουν τη μεγάλη αγάπη κάθε ανθρώπου που αγαπά την τέχνη ή την φύση. Το κλίμα, εμένα τουλάχιστον, μου φάνηκε μια ατέλειωτη άνοιξη»…

       Ο  Βύρων εντάσσεται στη μεγάλη χορεία των περιηγητών, που βιώνουν και εκθειάζουν  ένα διάσημο κλίμα, όπως αυτό της  Αττικής.  Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο ερχομός στην Αθήνα και στην  Ακρόπολη ήταν το όνειρο του κάθε δυτικού περιηγητή και ιδιαίτερα των γόνων των αριστοκρατικών οικογενειών,  που μετά την αποφοίτησή τους  από τα κολέγια συμπλήρωναν την παιδεία τους με πολύμηνα ταξίδια στην Ανατολή. Οι επισκέπτες της Αττικής εντυπωσιάζονταν από τον αρμονικό συνδυασμό φύσης και  αρχαίας τέχνης μέσα σε ένα σκηνικό αραιοκατοίκησης, όπου ήταν έκδηλη η  υπεροχή  των ένδοξων ερειπίων  του παρελθόντος έναντι των σύγχρονων κατασκευών .
Ο Henry Holland, περιηγητής στα 1812 -13, θα σημειώσει : «Κι αν ακόμη δεν μπορείς να αξιολογήσεις τα αρχαία λείψανα, μπορείς να θαυμάσεις την κοιλάδα του Κηφισού, το λόφο του Κολωνού και την κορυφογραμμή του Υμηττού, να αγναντέψεις από τη μια τη θάλασσα της Σαλαμίνας και από την άλλη τα υψώματα της Φυλής».
Ο Σιμόπουλος   βεβαιώνει  ότι  ο Βύρων συγκινείτο  περισσότερο από το «ζωντανό» ελληνικό τοπίο των καιρών του  παρά από τα λείψανα της κλασσικής εποχής, ίσως από αντίδραση  σε ένα  πνεύμα  που « βρισκόταν εκείνα τα χρόνια σε πλήρη άνθιση και καλλιεργούσε τις ονειροπολήσεις και τις αρχαιόπληκτες αισθηματολογίες.». . Ο Σιμόπουλος θα υπογραμμίσει   αυτό τον προσανατολισμό του ποιητή και ταξιδευτή  παραθέτοντας  μια στροφή του «Τσάϊλντ Χάρολντ» , που αναφέρεται στην Αττική :

 «τόσο γαλάζιος που είναι ο ουρανός σου,τόσο άγριοι οι βράχοι σου

τ’άλση σου μελιχρά και οι κάμποι σου ολοπράσινοι,

καρπίζει η ελιά καθώς στης Αθηνάς τα χρόνια

κι ο Υμηττός το θησαυρό του το μελένιο πάντα σου χαρίζει.

Το μυρωμένο πυργοστάσι του και τώρα χτίζει

Το λεύτερο μελίσσι, έτσι ως πεταρίζει πάνω απ’ το βουνό σου.

Σαν και τότε ο Απόλλωνας χρυσώνει

Τ’ ατέλειωτά σου καλοκαίρια

Κι ακόμη στραφταλίζουν κάτω απ’ τις αχτίδες του τα πεντελίσια μάρμαρα.

Η Τέχνη, η Ελευθερία,η Δόξα σβήσανε 

μα η φύση είναι πάντα ωραία»….


«ΧΡΥΣΟ ΜΕΤΑΛΙΟ»  ΣΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

       Ο Βύρων είναι  από τους  πιο πρώϊμους θαυμαστές  του Αιγαιοπελαγίτικου τοπίου. Στα «Νησιά της Ελλάδας» θα μιλήσει θαμπωμένος από την ιστορία τους.Στα νησιά  που  μέσα στις συνθήκες της τυραννίας, «απ’ αιώνιο ήλιο είναι και τώρα χρυσωμένα – μα εκτός από τον ήλιο όλα τα’ άλλα είναι σβησμένα». Όμως στο ποιητικό του έργο το σημαντικότερο μοτίβο του θα είναι η  εστία της Παλλάδος Αθηνάς ,  στην οποία θα επιστρέφει πάντα με νοσταλγία.  Και μάλιστα θα επιστρέφει  σε αυτή τη  προνομιακή περιοχή του 24ωρου, όπου η ημέρα πλησιάζει τη νύχτα  μέσα σε  μια πανδαισία χρωμάτων. Είναι το ηλιοβασίλεμα στην πιο αισθητική εκδοχή του, δηλαδή το  αττικό ηλιοβασίλεμα.

 Όποιος σ’ είδε ωραία Αθήνα!
Σε μια δύση, στον αιώνα
Ετυπώθη στην ψυχή του η ονειρευτή σου εικόνα.
Σε λατρεύω.
Ας με χωρίζουν τόσοι χρόνοι και κοιλάδες
Και βουνά κι ας με μαγεύουν οι χιλιόκαλλες Κυκλάδες.
Συ ποτέ δεν είσαι ξένη στην περίλυπή μου Μούσα.

       Το   Δημοκρατικό και  Οικουμενικό   πνεύμα του Βύρωνα  διανθίζεται από τη λατρευτική αναφορά του  στο  ελληνικό τοπίο, που είναι μια γη της ποιητικής επαγγελίας του , σε αντιπαράθεση με το μουντό σκηνικό του γενέθλιου τόπου του. Πολύ πριν ο Ελύτης μιλήσει για τον «ήλιο τον ηλιάτορα» ή ο ιμπρεσσιονισμός ξαποστείλει τις ριπές των χρωμάτων  και των ηλιοκεντρικών σκηνικών του, ο νεαρός Λόρδος θα  στιχουργήσει στην «Κατάρα της Αθηνάς»  για μια άλλη, εγκάρδια φωτοχυσία, και πάλι στη φάση του δειλινού:

«Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει

πάνω στου Μωριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη.

Όχι σαν εκεί, στις χώρες του Βορρά, σκοτεινιασμένος,

Αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος»

      Η λιτότητα και διαύγεια των περιγραφών του Βύρωνα , δοσμένη μέσα από στίχους που επέχουν θέση ταξιδιωτικών αναφορών,   θα αναγνωρισθεί  από το ευρύτερο λογοτεχνικό  κοινό. Οι αναφορές   του στο Ελληνικό τοπίο έχουν τέτοια ποιότητα ώστε πολλοί μεταγενέστεροι ταξιδιώτες θα τις  «ανθολογήσουν» και θα τις ενσωματώσουν αυτούσιες  στα δικά τους κείμενα. Ακόμη και εκεί όπου απουσιάζει η προσωπική του μαρτυρία, όπου αυτός ο ίδιος δεν έχει επισκεφθεί μια περιοχή, οι αφηγήσεις για το  ελληνικό τοπίο τον συναρπάζουν και διεγείρουν μέσα στο έργο του λαμπρούς στίχους.Το θέμα  της σκλαβωμένης ανθρώπινης φύσης που όμως δεν απαγκιστρώνει  το βλέμμα από την αισθητική της περιβάλλουσας φύσης, επανέρχεται συχνά στο λόγο του. Έτσι και  στα «Τραγούδια για την Ελλάδα» θα μιλήσει «για τις πένθιμες μέρες της σκλαβιάς» που όμως δεν ακυρώνουν τα υπέροχα φυσικά θέλγητρα του τόπου, τους πράσινους κάμπους, τα χιονισμένα βουνά όπως ο Όλυμπος.

        Τον Μάϊο του 1810, συνεχίζοντας το μεγάλο νεανικό ταξίδι  προς την Ανατολή θα μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη.. Και  εκεί η αντισυμβατική του ιδιοσυγκρασία θα τον κρατήσει  σε κάποια απόσταση  από τα «αξιοθέατα» και τα μνημεία, ενώ το πνεύμα του  θα μαγνητισθεί  περισσότερο  από τη γραφικότητα της  ζωής της ανατολίτικης πόλης και των περιχώρων. Δεν χάνεται στην αρχαιοπληξία, δεν αποστρέφει το πρόσωπο από τα διαδραματιζόμενα γύρω του . Αλλά ακόμη δεν «χάνεται» υπό  την επίδραση  των πλούσιων και «καταιγιστικών» εμπειριών του,  δεν παύει να διαλέγει ό,τι γι αυτόν είναι πιο οικείο . Έτσι  επιστρέφοντας στην Ελλάδα τον ίδιο χρόνο, θα γράψει στην μητέρα του : «Νοιώθω δική μου την Ελλάδα, πάω να δω τα χώματά μου,τη θάλασσά μου,τα βουνά μου. Είναι οι μόνες γνωριμίες που μου κάνουν καλό»..Αυτή η σχέση «εγγύτητας» και οικειότητας με το ελληνικό τοπίο , που ξεπερνάει τις προδιαγραφές ενός περαστικού φλερτ, θα διαποτίζει και στη συνέχεια το μιαλό του. Ο τυπικός Εγγλέζος που μελαγχολεί κάτω από  την επίδραση των γκρίζων σκηνικών  της χώρας του και αναπολεί μια άλλη κατάσταση, μιλάει μέσα από το ποίημά του «Γκιαούρ» , που γράφεται το 1813.

Όμορφη χώρα! μ΄ εποχές που όλες χαμογελούνε
Καλοσυνάτες στα νησιά που ευλογημένα ζούνε
Και όπως είναι θέαμα απ’  του Σουνίου τα ύψη
Απ’ την καρδιά που αγαπά διώχνουνε κάθε θλίψη
Κι απόλαυση προσφέρουνε τη μοναξιά να κρύψει.

        Το   1816 ο Βύρων θα βρεθεί στις  Ελβετικές Άλπεις, όπου  επίσης θα εντυπωσιασθεί από το αυστηρό μεγαλείο του  ορεινού τοπίου. Προϊόν της συνάντησης του ποιητή με το απόκοσμο σκηνικό του κεντροευρωπαϊκού βουνού   θα αποβεί ο «Μάνφρεντ» –  κατά τον υπότιτλό του «Ένα δραματικό ποίημα».Στον «Μάνφρεντ»,  που θα ολοκληρωθεί τον επόμενο χρόνο στην Ιταλία, ο  Βύρων σκιαγραφεί έναν χαρακτήρα αντίθετο  του Φάουστ,  που αρνείται να προσχωρήσει στις δυνάμεις του σκότους , που  παραμένει ανεξάρτητος από την εξουσία της κοινωνίας και παράγει τις δικές του αξίες. Ο Μάνφρεντ συγκαλεί τα πνεύματα, μεταξύ των οποίων και το διάσημο βουνό , που έδωσε το όνομά του στον «αλπινισμό».. Η απέριττη περιγραφή του Λευκού Όρους, της «κορυφαίας κορυφής» των Άλπεων, με τα δάση στα ριζά του, τον παγετώνα ψηλότερα και τις χιονοστιβάδες, δείχνουν την παρατηρητικότητα, το δέος απέναντι στη μορφή, την αισθητική καλλιέργεια του νεαρού Άγγλου.

         Μέσα στο  έντονο Αλπικό  ανάγλυφο,   όπου  δεσπόζουν οι  εφορμήσεις των βραχωδών  σχηματισμών  προς  τον ουρανό, ο Βύρων  θα αναπλάσει αρχαιοελληνικούς συμβολισμούς υπό την επίρρεια των προσωπικών του βιωμάτων, που εκείνη τη περίοδο είναι βιώματα απόρριψης και αποδοκιμασίας από τον κοινωνικό του περίγυρο.
Η συνέχεια  θα οδηγήσει σε μια νέα ποιητική και φιλοσοφική παραγωγή,  ένα δικό του   «Προμηθέα». Η ποίησή του εδώ  σμιλεύει , σύμφωνα με τα λόγια του Βύρωνα  Ραϊζη,  «ένα σύμβολο του ηρωϊκού ατομικισμού, έναν επαναστάτη με σπουδαία αιτία,έναν που ουδέποτε θα εκστόμιζε τη λέξη «μετανοώ» . Στον «Προμηθέα»  ο Βύρων εκφράζεται με πικρία και απαισιοδοξία σχετικά με  την έκβαση της  σύγκρουσης μεταξύ ελευθερίας και τυραννίας, όμως ταυτόχρονα εξυμνεί την ηρωϊκή αν και απέλπιδα αντίσταση του ατόμου εναντίον της δύναμης και της αυθαιρεσίας.Δεν  είναι απολογητής της κατάστασης που εγκαθιδρύει η Ιερά Συμμαχία μετά την ήττα του Ναπολέοντα, δεν είναι  «αναχωρητής» σε εξωτικούς – γεωγραφικούς  και πνευματικούς προορισμούς.
Δεν ανήκει στους αποστασιοποιημένους σοφολογιότατους των καιρών εκείνων, παρ’ όλο που   η ευαίσθητη και αντικομφορμιστική  φύση του επικουρείται  από  μια   ευρυμάθεια  εδραιωμένη σε  συγγραφείς όπως ο Μοντεσκιέ,ο Λοκ, ο Μπέρκλεϊ, ο Χιούμ,καθώς και σε  Έλληνες ή  Λατίνους   κλασσικούς…

Ο ΑΠΡΙΛΗΣ ΤΟΥ 1824 ΗΤΑΝ Ο ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΗΝΑΣ

     Η Ελληνική επανάσταση αντιμετωπίζεται  στην αρχή επιφυλακτικά  από τον Βύρωνα και τους ομοϊδεάτες του, όμως οι δισταγμοί θα παρακαμφθούν όταν το πρώτο ελληνικό σύνταγμα διακηρύσσει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, την κατάργηση των βασανιστηρίων και της δουλείας. Ενώ το φιλελληνικό πνεύμα αναπτύσσεται  στην Αγγλία λίγα μόλις χρόνια μετά τη Συνθηκη της Βιέννης και τη διαμόρφωση της Ιεράς Συμμαχίας(1815),  η  ποιητική εικονοποιϊα του Βύρωνα αξιοποιεί  ακραία φυσικά σκηνικά  διαδηλώνοντας το κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων και το ριζοσπαστικό πνεύμα της εποχής του :

 Η παλιά φιλοδοξία πνέει ανανεωμένη,
Πάλι για να εμψυχώσει σάρκα τότε ξεπεσμένη
Σαν εκείνη που τους Πέρσες έδιωξε από τη χώρα
Όπου η Ελλάς υπήρχε – Όχι! Ελλάς είναι και τώρα.
Μύρια στήθη συνενώνει μία και κοινή αιτία
Δυτικοί κι ανατολίτες επαναστατούν με βία.
Πάνω στις κορφές του Άθω και τις Άνδεις κυματίζει
Λάβαρο που ‘ναι το ίδιο και δυο κόσμους χαιρετίζει. (Μτφρ. Μ. Β. Ραΐζη)

{«Η εποχή του ορειχάλκου», 1823}

      Ο Βύρων θα μπορούσε να συνδράμει την αγαπημένη του χώρα , μέσα από τη δράση του στην Ευρώπη  και μέσα από τη συνέγερση επιφανών συμπολιτών του. Θα μπορούσε να μείνει σε «ασφαλή απόσταση», όμως δεν ήταν ο τύπος του λόγιου που έμενε στα λόγια. Τον Αύγουστο του 1823 θα πατήσει το πόδι του στην Κεφαλονιά , όπου θα μείνει για  λίγο καιρό διατηρώντας  επαφή με το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου, και τελικά θα βρεθεί στο Μεσσολόγγι. Είναι οι  τελευταίες  ημέρες του 1823 , χειμώνας καιρός, αλλά ο  κόσμος θα τον υποδεχθεί  στρώνοντας το πέρασμά του με βάγια , κατά πως στρώθηκε και ο ανοιξιάτικος ερχομός του Ιησού  στα Ιεροσόλυμα..
Οι «ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Μεσολογγίου  θα του αποδώσουν  υπέρτατες τιμές. Ο Βύρων δεν έχει ψευδαισθήσεις όσον αφορά τους Έλληνες της εποχής του, δεν αναζητά σε αυτούς μια ιδανική μικροκοινωνία, δεν τους αντιπαραβάλλει μανιχαϊστικά με τους Τούρκους. Δεν εξιδανικεύει τους μεν  και δεν κακοποιεί την εικόνα των δε. Ο άνθρωπος που μαστίγωνε τον «ανθρωπισμό» της Βουλής των Λόρδων το 1812 ή που απελευθέρωνε την Τουρκάλα μοιχαλίδα το 1810,  έπειθε τους Έλληνες στις αρχές του  1824 να απελευθερώσουν 28 Τούρκους αιχμάλωτους και να τους στείλουν με δικές του δαπάνες στην Πάτρα και στην Πρέβεζα!  Ο Βύρων  δεν παραμέριζε  τον κριτικό του λόγο λόγω της συστράτευσής του με τους εξεγερμένους, αλλά ταυτόχρονα δεν κατέληγε   σε ένα  παραλυτικό σκεπτικισμό. Το στρατόπεδό του ήταν  αυτό της  ελευθερίας, της εθνικής  ανεξαρτησίας, του δικαίου των εξεγερμένων.

          Στο Μεσσολόγγι   ο Βύρων θα περάσει τον ελάχιστο χρόνο  ζωής  που του απομένει   δουλεύοντας για την Ελληνική επανάσταση, αναλαμβάνοντας τον εξοπλισμό ενός σώματος πυροβολητών με δικά του έξοδα,στηρίζοντας την έκδοση των «Ελληνικών Χρονικών» και του «Ελληνικού Τηλέγραφου». Παρά τις ιατρικές παραινέσεις να αποφύγει το υγρό και ανθυγιεινό κλίμα της περιοχής , θα μείνει  εκεί  –  κυριολεκτικά «με το σπαθί του»: Αυτό που  ως ετοιμοθάνατος θα κληροδοτήσει στο φίλο του δόκτορα Πέτρο Στεφανίτζη, ο οποίος με τη σειρά του θα το διασώσει μαχόμενος , δυο χρόνια μετά ,  στην έξοδο από την πολιορκημένη πόλη. Παρά τη καλυτέρευση  του καιρού με το πέρασμα του χειμώνα, ο Απρίλης θα αποδειχθεί για τον Άγγλο φιλέλληνα  «ο πιο σκληρός μήνας» – κατά τον εισαγωγικό  στίχο του  Έλιοτ στην «Έρημη χώρα». Ο Βύρων  θα αρρωστήσει βαρειά, η κατάστασή του θα χειροτερεύσει, θα φτάσει στα πρόθυρα του θανάτου. Θα τα διαβεί  στις 19 Απριλίου  1824, μέσα σε ένα σκηνικό εκθαμβωτικής υπερκυριαρχίας της Άνοιξης . Είναι το ίδιο σκηνικό  που περιέγραφε ο Διονύσιος Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», βάζοντας  στο στόμα της φύσης  έναν  αδυσώπητο  στίχο : «Όποιος πεθάνει σήμερα – χίλιες φορές πεθαίνει»…

* Το κείμενο αυτό είναι μετεξέλιξη ομότιτλου άρθρου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Άρδην», Σεπτέμβριος 2004. Επίσης αποτέλεσε τη βάση εισήγησης που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων(16.4.2007) με αφορμή τα 200 χρόνια από το ξεκίνημα της ποιητικής  δημιουργίας του Βύρωνα.